work out



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
work out vi phrasal(exercise)ασκούμαι, γυμνάζομαι ρ αμ
  κάνω γυμναστική περίφρ
 We're going to the gym to work out this afternoon.
 Θα πάμε στο γυμναστήριο το απόγευμα να γυμναστούμε.
work [sth] out,
work out [sth]
vtr phrasal sep
(solve)καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, επιλύω, λύνω ρ μ
 I'm still trying to work out this last crossword clue.
 Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω αυτό τον τελευταίο ορισμό στο σταυρόλεξο.
work [sth] out,
work out [sth]
vtr phrasal sep
informal (calculate)υπολογίζω ρ μ
 I finally worked out my income taxes, and now I have to send the government a check.
 Υπολόγισα επιτέλους τον φόρο εισοδήματος και τώρα θα πρέπει να στείλω μια επιταγή στο κράτος.
work [sth] out,
work out [sth]
vtr phrasal sep
informal (resolve)λύνω ρ μ
  επιλύω ρ μ
 They have a lot of problems to work out with their marriage.
 Things are very hostile between management and the union; it isn't clear how they will work out this dispute.
 Πρέπει να λύσουν πολλά προβλήματα στον γάμο τους.
work [sb] out vtr phrasal sepinformal (understand [sb])καταλαβαίνω ρ μ
  κατανοώ ρ μ
 Marc is a moody character; I can't work him out.
work out vi phrasal(go well)πάω καλά έκφρ
 Good luck with your new business. I hope it works out!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
have your work cut out for you v exprinformal, figurative (have a hard task ahead)με περιμένει δύσκολη δουλειά περίφρ
  με περιμένει πολλή δουλειά περίφρ
  έχω δύσκολο έργο περίφρ
 The house Joe and Maggie have bought needs a lot of renovation; they certainly have their work cut out for them.
out of work,
out-of-work
adj
(jobless, unemployed)άνεργος επίθ
  άνεργος επίθ ως ουσ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 The closing of the tin mines left many men out of work.
 I've been out of work for four months now; hopefully I'll find a new job soon.
 Το κλείσιμο των ορυχείων κασσίτερου δημιούργησε πολλούς ανέργους.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'work out' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση work out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «work out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!